Followed by the English Translation
Αντάν αρτζιέψαν οι κρυφοί ανέμοι τζι' εφυσούσαν
τζι' αρκίνησεν εις την Τουρτζιάν να κρυφοσυνεφκιάζη
τζιαι που τες τέσσερεις μερκές τα νέφη εκουβαλούσαν,
ώστι να κάμουν τον τζιαιρόν ν' αρτζιεύκη να στοιβάζη,
είσιεν σγιαν είχαν ούλοι τους τζι' η Τζιύπρου το κρυφόν της
μεσ' στους ανέμους τους κρυφούς είσιεν το μερτικόν της.
Τζι' αντάν εφάνην η στραπή εις του Μοριά τα μέρη
τζι' εξάπλωσεν τζι' ακούστηκεν παντού η πουμπουρκά της,
τζι' ούλα ξηλαμπρατζιήσασιν τζιαι θάλασσα τζιαι ξέρη
είσιεν σγιαν είχαν ούλοι τους τζι' η Τζιύπρου τα κακά της.
Μιαν νύχταν, νύχταν σιανήν, τζιαιρόν Δευτερογιούνην,
νύχταν Παρασιευκόνυχταν, που τ' άστρα μιλιούνια
ελάμπασιν που πανωθκιόν τζι' εν έυρισκες ρουθούνιν
μέσα στης Χώρας τα στενά, στης Χώρας τα καντούνια,
σιανεμιά, εν άκουες δεντρούιν να ταράξη
μήτε του σιύλλου λάξιμον, με πετεινόν να κράξη.
Ητουν μια νύχτα μουλλωτή, μια νύχτα μουρρωμένη,
που θάρειες πως χώνεται που του Θεού την κρίσην.
Σε τέδκοιαν νύχταν σιανήν οι Τούρτζιοι βαωμένοι
μεσ' στο Σαράγιον είχασιν μιάλον μετζιηλίσιν.
Εγείραν τα μεσάνυχτα τζι' επήρεν το ξιφώτιν,
τζι' ο Κκιόρ-ογλους πούτουν καλή, πολλά καλ' η ψυσιή του
εξέβην πώσσω του κρυφά τζι' επήεν στον Δεσπότην,
τζι' εξύπνησέν τον τζι' έκατσεν κοντά του τζιαι λαλεί του:
"Εν' έσσω μου, Τζιυπριανέ, τ' αμάξιν μου ζεμένον,
τ' αμάξιν μου, Τζιυπριανέ, εν' έσσω αντροσιασμένον,
τζι' αν θέλης για να ποσπαστής που σίουρην κρεμμάλλαν
τζι' αν θέλης που τον θάνατον να φύης να γλυτώσης,
να πας με το χαρέμιν μου κρυφά κρυφά στην Σκάλαν,
τα κουσουλάτα εν' αννοιχτά, να πάης να τρυπώσης.
Ηρτεν του Μουσελλίμ-αγά φερμάνιν που την Πόρταν
τζι' εψές άρπα τζι' ανόρπιστα εγίνην μετζιηλίσιν,
τζι' έσιει πκιον εις το σιέριν του την μαύρην σας την σόρταν,
στο σιέριν του τον θάνατον, στο σιέριν του την κρίσην.
Να μεν αρκής, Τζιυπριανέ, να χάννης τον τζιαιρόν σου,
να πάης να φαραντζιστής αν θέλης το καλόν σου.
Πρέπει να πας, ει δε τζι' αν ου, εχάθης δίχως άλλον,
αν σ' εύρ' η μέρα το πωρνόν δα μέσα δα, εν νάσαι
νεκρός εις την κρεμμασταρκάν είτε νεκρός στον πάλλον.
Ανου να πάμεν γλήορα, τ' αμάξιν καρτερά σε!
"Εσιυψεν ο Τζιυπριανός τζι' έμεινεν νάκκον ώραν
τζι' εδκιαλοίστην νακκουρίν τζι' αννοίει τζιαι λαλεί του:
"Δεν θέλω, Κκιόρ-ογλου, εγιώ να φύω που την Χώραν,
γιατί αν φύω, το κακόν εν' να γινή περίτου.
Θέλω να μείνω, Κκιόρ-ογλου, τζι' ας πα' να με σκοτώσουν,
ας με σκοτώσουσιν εμέν τζι' οι άλλοι να γλυτώσουν.
Δεν φεύκω, Κκιόρ-ογλου, γιατί, αν φύω, ο φευκός μου
εν' να γενή θανατικόν εις τους Ρωμιούς του τόπου.
Να βάλω την συρτοθηλειάν εις τον λαιμόν του κόσμου;
Παρά το γαίμαν τους πολλούς εν' κάλλιον του πισκόπου.
"Λαλεί του πάλ' ο Κκιόρ-ογλους: "Λυπούμαι σε, Δεσπότη,
να μεν σ' εύρη που το πωρνόν ο ήλιος μεσ' στην Χώραν,
γιατί ευτύς εν' να κοπή η τζιεφαλή σου πρώτη.
Ενας Μουρούζης τζι' έφυεν έσιει τωρά μιαν ώραν,
που κρεμαλλίστην του τεισιού τζι' εξέβην εις την στράταν,
τζιαι πα' κατά τον Λάρνακαν να μπη στα Κουσουλάτα.
Εφέραν του τζι' εφόρησεν μιαν αλλαήν, 'πο τζιείνες
τους Πίτσιλλους, συλλούριτζιην, λιμίν λιμίν, σαλάταν,
τζιαι σέρτουκα τζιαι μέρτουκα στα πόδκια του ποδίνες,
μεν τύσιη τζι' αγρωνίση τον κανένας εις την στράταν''.
"Ευκαριστώ σου, Κκιόρ-ογλου," λαλεί του ο Δεσπότης.
"Θωρώ σε με καλόν γάλαν πως είσαι βυζασμένος,
μα φύε, μεν σε δουν τζιαι πουν πως γένεσαι προδότης.
"Λαλεί τ': "αν μεν θέλης πολλά νάσαι ξωμακρυσμένος,
αμμάγγου πάμεν έσσω μου, να μεν μείνης δαπάνω.''
"Εγιώνη θέλω, Κκιόρ-ογλου, να μείνω τζι' ας πεθάνω."
Ο Κκιόρ-ογλους εμάσιετουν να κάμη καλωσύνην,
αμμά επήεν άδικα ο κόπος του χαμένος.
Περίτου ώραν δεν είσιεν τζι' εν έπρεπεν να μείνη,
τζι' έφυεν πκιον περίλυπος τζιαι παραπονημένος.
Η νύχτα πκιον αρκίνησεν περίτου ν' αναρκώνη,
εγίνην η ανατολή κροκότσιηνη περίτου,
άρτζιεψεν πκιον το Σάββατον να πικροξημερώννη
τζι' ακούστηκεν του ξύλενου σημάντρου η φωνή του.
Εξέβην ο Τζιυπριανός με τζιείνον τον καμόν του,
τζι' επήεν εις την εκκλησ'ιάν τζιαι βάλλει τον σταυρόν του
τζι' ήτουν όσον τζι' εκάμασιν αρκήν της λειτουργίας,
τζι' εστάθηκεν περίλυπος τζιαι σγιαν να δκιαλοίστην,
τζι' επήεν τζι' εγονάτισεν ομπρός της Παναίας
τζιαι κάτι εψουψούρισεν τζι' ευτύς εκλαμουρίστην.
Έμεινεν, δεν ετάραξεν, ούλα που να καρφώθην,
γονατιστός τζιαι πληξιμιός με σιέρκα σταυρωμένα,
αρτζιέψαν το κοινωνικόν τζιαι τότες εσηκώθην,
τζι' εστάθηκεν τζι' εφαίνουνταν ταμμάδκια του κλαμένα,
τζιαι προσκυνά τρεις τέσσερεις φορές την Παναίαν,
εθάρειες ποσιαιρετά τζιαι κόσμον τζι' εκκλησίαν.
Εσυχχωρήθην με τους λας τζι' έμπην μεσ' στ' άγιον Βήμαν,
εμπήκεν τζι' εκοινώνησε τζι' εξέβηκεν τζι' εστάθην,
τζι' έμοιαζεν ούλα τον νεκρόν που βάλλουν εις το μνήμαν,
εθάρειες που πάνω του το γαίμαν πως εχάθην.
Εξέβην που την εκκλησιάν με την συναπαρτζιάν του,
τζιαι Τούρτζ' ευτύς του Σαραγιού επλάστησαν ομπρός του.
Ευτύς έριψεν πάνω τους μιαν άρκαν αμμαδκιάν του
τζι' εδήθηκεν το βρύδιν του τζι' εφάνην ο θυμός του.
Εμειναν τζι' εθωρούσαν τον ομπρός τους θυμωμένον
τζι' εθάρειες το στόμαν τους πως ήτουν πουμωμένον.
Λαλεί τους: "Πκοιός σας έπεψεν πωρνόν-πωρνόν κοντά μου;
Πέτε μου το, συντύσιετε τζιαι μεν βαρυκωλιήτε,
αν εν τζι' ελυπηθήκετε, εν πέτρα η καρδκιά μου,
πέτε μου, είντα θέλετε χωρίς να μ' αντραπήτε.
"Ηρταμεν να σε πκιάσωμεν, είμαστον προσταμένοι
από τον Μουσελλίμ-αγάν τον άρκονταν της χώρας.
"Λαλεί τους: "Με καλόν γάλαν αν είστε βυζασμένοι,
σταθήτε, καρτεράτε με πέντε λεφτά της ώρας.
(τζιαι πκοιός ηξέρ' ειντά 'κρυφεν που μέσα στην καρδκιάν του!)
Εξέβην πάνω βκιαστικός τζι' ενέην στον νοτάν του
τζι' άψεν λαμπάδιν τζι' έκρουσεν κάτι χαρκιά γραμμένα
τζι' ύστερα στράφην τζι' είπεν τους: "Ελάτ', αντρειωμένοι,
τώρα πώχω τα πράγματα σγιαν θέλω τελειωμένα,
επάρτε με να πάμεντε σγιαν είστε προσταμένοι.
Επάρτε με να πάμεντε ν' αδικοθανατήσω,
επάρτε με, σκοτώστε με χωρίς καμμιάν αιτίαν.
"Τζι' άλλοι δεξιά τζι' άλλοι ζαβρά τζι' άλλοι ομπρός τζιαι πίσω
ευτύς ετριυρκάσαν τον τζι' επήραν τον τζι' επήαν.
Ο Μουσελλίμης κάθεται με ούλλους τους αγάδες
μεσ' στο Σαράγιον τζιαι λαλεί τους άλλους Δεσποτάδες:
"Ακουσα πως εσείς οι τρεις τζιαι ο μιλλέτ πασιής σας
τζι' οι προεστοί του τόπου σας, ταρκοντολόϊν ούλον,
ετάξετε εις τους Ρωμιούς το μάλιν της ζωής σας,
να μεν αφήκετε Ρωμιόν εις τον ντοβλέττιν δούλον.
"Είπεν τζιαι δεν ετέλειωσεν ο άρκοντας το πείν του
τζι' εφέραν τον Τζιυπριανόν οι Τούρτζιοι ομπροστά του.
Ένεψεν με το δίκλημαν, ένεψεν με το δείν του
'νού που τους ασκερλήες του τζι' επήρεν τον κοντά του,
τζι' έκλινεν τζι' είπεν του στο φτιν:"Σε δκυο λεφτά της ώρας
να βαωθούν, να κλειδωθούν τζι' οι τρεις πόρτες της Χώρας,
μεν πα τζιαι φύουν οι Ρωμιοί στα όρη τζιαι χωστούσιν.
Αππεξωθκιόν του Σαραγιού να μεν εν παναύριν,
μεσ' στο Σαράγιον ούλοι τους να διπλαρματωθούσιν,
τζιελλάτην τζιαι κρεμμασταρκάν να τάσιετε χαζίριν."
Τότες εστράφην τζιαι λαλεί του Αρχιεπισκόπου,
σιυφτός χαμαί δησόφρυδος τζιαι καραμουτσωμένος:
"Πασ' πίσκοπε Τζιυπριανέ, μιλλέτ πασιή του τόπου,
εγύρεψα σε να σου πω πως είμαι προσταμένος
απού την Πόρταν τζιαι κρατώ στο σιέριν μου φερμάνιν,
πως έχω μιάλην προσταήν που το ψηλόν Διβάνιν
ταρκοντολόϊν τους Ρωμιούς, τους μιάλους τούν' του τόπου
να τους συνάξω μονομιάς τζιαι να τους-ι-σκοτώσω,
να μεν χαρίσω μπροεστού ζωήν μήτε πισκόπου
τζιαι ό,τι λοής θάνατον θελήσω να τους δώσω.
"Λαλεί του: "Μουσελλίμ-αγά, πούσαι καλός ισλάμης,
αφώσιεις εις το σιέριν σου του Διβανιού φερμάνιν
τζι' αφώσιεις έτσι προσταήν, μπορείς αλλοιώς να κάμης;
Κάμε σγιαν σε προστάσσουσιν που το ψηλόν Διβάνιν
τζιαι κάψε μας, για κρέμμασ' μας, για κόψε το λαιμόν μας,
θέλομεν όμως να μας πης είντ' αν το φταίσιμόν μας."
"Εμάσιεστουν με τους Ρωμιούς τους άλλους να σμιχτήτε,
τους Τούρκους που τες τέσσερεις μερκές να πολεμάτε,
εμάσιεστουν εις τάρματα τζι' εσείς να σηκωθήτε,
για να σμιχτήτε ούλοι σας τζιαι την Τουρτζιάν να φάτε''.
"Εν τζι' ήρταν, Μουσελλίμ-αγά, πάνω στον τόπον άλλοι
τζι' εφέραν άρματα κρυφά τζι' έννα μας καταγνώσης.
Εδώκαμεν σου τάρματα ούλοι, μιτσιοί τζιαι μιάλοι
ευτύς ότι εγύρεψες να μας-ι-ξαρματώσης.
Είντα λοής εθέλαμεν εμείς ναρματωθούμεν
τζιαι να σμιχτούμεν μ' άλλους λας τζιαι να σας πολεμούμεν;
Τζιείνος που σου ψουψούρισεν τούτα τα λόγια ούλα,
αν εν τζιαι τζιείνος Χριστιανός όμως εμάς μισά μας:
πυρομασιεί τον πάντα του π' αππέσσω η αζούλα,
εμάς πο τούτα που λαλείς εν καθαρή η καρδκιά μας."
Να μεν αρνιέσαι, πίσκοπε, τζι' εσείς οι καλοήροι,
είσιετ' αθθρώπους στα χωρκά, χαρκιά να δκιαμοιράζουν,
ν' αρματωθούσιν οι Ρωμιοί ναν' ούλοι τους χαζίρι
τζιαι με τον πρώτον λόον σου ν' αρτζιέψουν να μας σφάζουν,
τζιαι δεν πιστεύκ' ό,τι μου πη του καθενού το στόμα,
τζι' έχω πο τζιείνα τα χαρκιά, έσιεις να πης ακόμα;
"Λαλεί του: "Μουσελλίμ-αγά, είπα σου τζιαι λαλώ σου:
πο τούτα ούλα που λαλείς εν καθαρή η καρδκιά μας,
τζιαι πίστεψε, ειδέ τζι' αν ου, το κρίμαν στον λαιμόν σου,
μπορεί τζιαι ναν καμμιά δουλειά που γίνηκεν κρυφά μας."
"Πίσκοπε, 'γιω την γνώμην μου ποττέ δεν την αλλάσσω,
τζι' όσα τζι' αν πης μεν θαρευτής πως εν να σου πιστέψω.
Εχω στον νουν μου, πίσκοπε, να σφάξω, να κρεμμάσω,
τζι' αν ημπορώ που τους Ρωμιούς την Τζιύπρον να παστρέψω,
τζι' ακόμα αν ημπόρεια τον κόσμον να γυρίσω,''
έθεν να σφάξω τους Ρωμιούς, ψυσιήν να μεν αφήσω.
"Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου,
κανένας δεν εβρέθηκεν για να την-ι-ξηλείψη,
κανένας, γιατί σιέπει την που τάψη ο Θεός μου.
Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψη!
Σφάξε μας ούλους τζι' ας γενή το γαίμαν μας αυλάτζιν,
κάμε τον κόσμον ματζιελλειόν τζιαι τους Ρωμιούς τραούλλια,
αμμά ξέρε πως ίλαντρον όντας κοπή καβάτζιν
τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια.
Το 'νιν αντάν να τρώ' την γην τρώει την γην θαρκέται,
μα πάντα τζιείνον τρώεται τζιαι τζιείνον καταλυέται.
Είσαι πολλά πικραντερός, όμως αν θεν να σφάξης,
σφάξε τους λας που πολεμούν αλλού αρματωμένοι.
Εμάς με σιέρκα όφκαιρα γιατί να μας πειράξης,
πούμαστον δίχως άρματα, τζι' είμαστον νεπαμένοι;
"Τότες ο Μουσελλίμ-αγάς εψήλωσεν το δειν του,
τζι' είδεν τον μ' έναν δειν γλυτζιύν, τζι' αννοίει τζιαι λαλεί του:
"Ο,τι παθθαίν' ο άθθρωπος εν που την τζιεφαλήν του,
του βρένιμου που το σπαθίν ποσπάζετ' η ζωή του,
τζιαι σου, αν είσαι βρένιμος, ποσπάζεις την ζωή σου.''
"Μούλλωσε τζιαι κατάλαβα πριχού να πης το πειν σου,
μεν μάσιεσαι την θάλασσαν να την-ι-ξηντιλήσης.
Αδικα λόγια μεν χάννης τζι' αρκείς εις την δουλειάν σου.
Τον ήλιον με φύσημαν μπορείς να τον-ισβήσης;
Φώναξε του τζιελλάττη σου, σάσ' την κρεμμασταρκάν σου!"
Βασίλη Μιχαηλίδη
Ένα τμήμα από το ποιήμα "Η 9η Ιουλίου του 1821"
When the secret winds began to blow
And the fog started to spread over Turkey
And the clouds rolled from four quarters
Until the air grew thick and heavy,
Like the others so did Cyprus have its secret,
In those secret winds, it had its lot.
And when lightning flashed over Morias
And its thunder roared and was heard all over,
And everything was lit up, the seas and the lands,
Like the others so did Cyprus have its woes.
One night, soundless night, in the month of July,
One Friday night, when millions of stars
Glowed from above, and no soul could be seen
In Lefkosia's alleys, at Lefkosia's streetcorners,
Stillness, you couldn't hear a tree rustle,
Neither a dog's bark, nor a cock's crow.
It was a muffled night, a wry night,
That seemed to be hiding from God's judgment.
On such a quiet night, the Turks shut themselves away
In the Sarayio holding a great council.
Vasilis Michaelidis
part of the poem "The 9 of July 1821 ''
Translated from Greek by Tefkros Symeonides - 1997
![]()
VASILIS MICHAELIDES
Vasilis Michaelides (Greek: Βασίλης Μιχαηλίδης) is considered by many and often referred to as the national poet of Cyprus.
He was born in Lefkoniko, a village in the Famagusta District of Cyprus, in 1849. His first contact with the arts came in the form of hagiography, in the archbishopric in Nicosia where he trained as an artist. In 1875 he moved to Naples, Italy for further training.
Michaelides wrote several poems in Katharevousa, Dhimotiki and the Cypriot Dialect. His first poetry collection was published in 1882. Arguably, his most famous work is "The 9th of July 1821" a poem in the Cypriot dialect detailing the events leading to the execution of the Greek Cypriot leadership, including Archbishop Kyprianos, by the Ottoman rulers of the time.
The latter part of his life was plagued by alcoholism. He died on the 18th of December 1917.
In 1978, his portrait was depicted on one of a series of stamps themed on Cypriot poets.
Archbishop Kyprianos of Cyprus was the head of the Eastern Orthodox Church in Cyprus at the time that the Greek War of Independence broke out.
Kyprianos was born in Strovolos in 1756. He served as a monk in the monastery of Machairas until 1783 when he left for Wallachia to further his theological studies. He returned to Cyprus in 1802.
In 1818, Kyprianos was initiated into the Friendly Society (Filiki Eteria) which was preparing the ground for war and liberation from the Ottoman Empire. In 1820, Alexander Ypsilantis sent word to the archbishop that he would like for Cyprus to join in the armed struggle. Kyprianos' reply was pragmatic: He suggested that Cyprus support the upcoming revolution with money and supplies as any armed struggle would surely end in disaster for an isolated island like Cyprus with no navy and tradition of Klepht warfare like the rest of the Greek world.
However, when the Greek War of Independence broke out on March 25, 1821, Cypriots left by the hundreds to fight on the Greek mainland while proclamations were distributed in every corner of the island. The local pasha, Kucuk Mehmet, reacted with fury, calling in reinforcements, confiscating weapons and arresting several important Cypriots. Archbishop Kyprianos was told to leave by his friends as the situation worsened but he refused to do so. Finally, on July 9, 1821 Kucuk Mehmet had the gates to the walled city of Lefkosia closed and executed, by beheading or hanging, 470 important Cypriots amongst them Metropolitans Chrysanthos of Paphos, Meletios of Kition and Lavrentios of Kyrenia. Archbishop Kyprianos was hanged on a tree across from the former palace of the Lusignan Kings of Cyprus.
The national poet of Cyprus, Vasilis Michailidis wrote, many years after the fact, a poem to capture the dignity and bravery of the Archbishop as he faced Kucuk Mehmet:
"Bishop, I never do change my mind,
and however much you say don't think that I'll believe you.
My mind is made up, Bishop, to slaughter, and to hang,
and, if I can, to clean Cyprus of the Greeks,
and even more, if I could rove the world,
I would slaughter all Greeks, not a soul would I leave alive."
"The Greeks are a race as old as the world,
noone has lived to annihilate it,
noone, because God shelters it from up high.
The Greek race will vanish, when the world ends!
Slaughter us all and let our blood gush like a river,
make the world a slaughterhouse and the Greeks herds of sheep,
but be warned that when the aging poplar is cut down
all around it three hundred new sprouts shoot up.
The share while ploughing the earth, thinks the earth is wasted,
but it is itself that's always wasted and itself that's worn out.
You are full of malice, and if you want to butcher,
butcher those who are fighting abroad and are armed.
Us who are empty handed, why should you harm us,
us who are unarmed and peaceful?"
Then Mousellim-Aga raised his eyes,
and looked at him with a winsome glance, and then began to say :
"Whatever man suffers it's because of his own head,
the prudent saves his life from the sword,
and you, if you are prudent, can also save your life."
"Say no more, for I've understood before you finished talking,
stop struggling to drain the sea.
Don't waste your words for you'll be late to your work.
Can you put out the sun with a puff?
Call your hangman, get your gallows ready!"
Translated from Greek by Tefkros Symeonides - 1997
To this day and while Cyprus has been an official member of the European Union since May 2004, more than 40% of our territory is illegally occupied by Turkish troops.
Recent Comments